la fatalité
fa
fa
fa
ta
ta
ta
lité
lite
lite
facilité

Ορισμός και σημασία του "fatalité"στα γαλλικά

01

μοίρα, πεπρωμένο

ce qui est inévitable et échappe au contrôle humain 
la fatalité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il accepte la fatalité sans se plaindre. 

Δέχεται την μοιραιότητα χωρίς να παραπονιέται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store