la fatalité
Pronunciation
/fatalite/

Ορισμός και σημασία του "fatalité"στα γαλλικά

La fatalité
[gender: feminine]
01

μοίρα, πεπρωμένο

ce qui est inévitable et échappe au contrôle humain
la fatalité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le film parle de la fatalité de l' amour impossible.
Η ταινία μιλάει για την μοιραιότητα του αδύνατου έρωτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store