Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le faisan
01
φασιανός, πουλί φασιανός
oiseau gallinacé sauvage, souvent chassé pour sa viande, au plumage coloré chez le mâle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
faisans
Παραδείγματα
Le faisan est un mets raffiné dans la cuisine française.
Το φασιανός είναι ένα εξελιγμένο πιάτο στη γαλλική κουζίνα.
02
ασταθής, ευμετάβλητος
terme figuré et familier utilisé pour désigner quelqu'un de changeant, versatile ou instable dans son comportement ou ses opinions
Παραδείγματα
Il est très faisan, on ne sait jamais sur quel pied danser avec lui.
Είναι πολύ ασταθής, ποτέ δεν ξέρεις πώς να συμπεριφερθείς μαζί του.



























