Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fabriquer
01
κατασκευάζω, παράγω
créer ou produire un objet à partir de matières premières
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fabrique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fabriquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fabriquerai
ενεστώτα μετοχή
fabriquant
παθητική μετοχή
fabriqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fabriquions
Παραδείγματα
Ils fabriquent des vêtements dans cette usine.
Κατασκευάζουν ρούχα σε αυτό το εργοστάσιο.
02
πραγματοποιώ, εκτελώ
réaliser ou effectuer une action, produire quelque chose par son travail ou effort
Παραδείγματα
L' équipe fabrique une stratégie efficace pour le match.
Η ομάδα κατασκευάζει μια αποτελεσματική στρατηγική για τον αγώνα.
03
κατασκευάζω για τον εαυτό μου
créer ou produire quelque chose pour soi-même, se préparer ou se procurer quelque chose personnellement
Παραδείγματα
Elle se fabrique des décorations pour son appartement.



























