Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fabriquer
01
κατασκευάζω, παράγω
créer ou produire un objet à partir de matières premières
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fabrique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fabriquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fabriquerai
ενεστώτα μετοχή
fabriquant
παθητική μετοχή
fabriqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fabriquions
Παραδείγματα
Cette usine fabrique des voitures depuis vingt ans.
Αυτό το εργοστάσιο κατασκευάζει αυτοκίνητα εδώ και είκοσι χρόνια.
02
πραγματοποιώ, εκτελώ
réaliser ou effectuer une action, produire quelque chose par son travail ou effort
Παραδείγματα
Il fabrique un projet important pour l'entreprise.
Κατασκευάζει ένα σημαντικό έργο για την εταιρεία.
03
κατασκευάζω για τον εαυτό μου
créer ou produire quelque chose pour soi-même, se préparer ou se procurer quelque chose personnellement
Παραδείγματα
Il se fabrique un meuble sur mesure dans son atelier.
Κατασκευάζει ένα έπιπλο κατά παραγγελία για τον εαυτό του στο εργαστήριό του.



























