Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'exécutif
01
organe ou personne chargée de mettre en œuvre les lois et les décisions politiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
exécutifs
Παραδείγματα
L'exécutif prend des décisions importantes pour le pays.
exécutif
01
εκτελεστικός
qui a pour fonction de mettre en œuvre des décisions ou des lois
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exécutif
αρσενικό πληθυντικό
exécutifs
θηλυκό ενικό
exécutive
θηλυκό πληθυντικό
exécutives
Παραδείγματα
Le pouvoir exécutif prend des mesures pour appliquer la loi.
Η εκτελεστική εξουσία λαμβάνει μέτρα για την εφαρμογή του νόμου.



























