l'extérieur
Pronunciation
/ɛksteʀjœʀ/

Ορισμός και σημασία του "extérieur"στα γαλλικά

01

εξωτερικό μέρος, πρόσοψη

partie visible et externe d'un bâtiment, par opposition à l'intérieur, comprenant les façades, les murs extérieurs et l'aspect général
l'extérieur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' extérieur est en bon état malgré son âge.
Το εξωτερικό βρίσκεται σε καλή κατάσταση παρά την ηλικία του.
extérieur
01

εξωτερικός, έξω

qui se situe ou se fait à l'extérieur ; qui concerne ce qui est dehors ou visible de l'extérieur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extérieur
αρσενικό πληθυντικό
extérieurs
θηλυκό ενικό
extérieure
θηλυκό πληθυντικό
extérieures
Παραδείγματα
Les travaux extérieurs sont terminés.
Τα εξωτερικά έργα έχουν ολοκληρωθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store