Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'extérieur
01
εξωτερικό μέρος, πρόσοψη
partie visible et externe d'un bâtiment, par opposition à l'intérieur, comprenant les façades, les murs extérieurs et l'aspect général
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' extérieur est en bon état malgré son âge.
Το εξωτερικό βρίσκεται σε καλή κατάσταση παρά την ηλικία του.
extérieur
01
εξωτερικός, έξω
qui se situe ou se fait à l'extérieur ; qui concerne ce qui est dehors ou visible de l'extérieur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extérieur
αρσενικό πληθυντικό
extérieurs
θηλυκό ενικό
extérieure
θηλυκό πληθυντικό
extérieures
Παραδείγματα
Les travaux extérieurs sont terminés.
Τα εξωτερικά έργα έχουν ολοκληρωθεί.



























