Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exporter
01
εξάγω, στέλνω στο εξωτερικό
envoyer des biens ou produits d'un pays vers un autre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exporte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exportons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exporterai
ενεστώτα μετοχή
exportant
παθητική μετοχή
exporté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exportions
Παραδείγματα
L'entreprise exporte ses produits dans plusieurs pays européens.
Η εταιρεία εξάγει τα προϊόντα της σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.



























