exporter
Pronunciation
/ɛks.pɔʁ.te/

Ορισμός και σημασία του "exporter"στα γαλλικά

exporter
01

εξάγω, στέλνω στο εξωτερικό

envoyer des biens ou produits d'un pays vers un autre
exporter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exporte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exportons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exporterai
ενεστώτα μετοχή
exportant
παθητική μετοχή
exporté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exportions
Παραδείγματα
Cette société exporte des machines industrielles de haute qualité.
Αυτή η εταιρεία εξάγει βιομηχανικά μηχανήματα υψηλής ποιότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store