l'exportation
ex
ɛks
εκσ
por
pɔʁ
πορ
tat
tas
τασ
ion
jɔ̃
γο
exhortation

Ορισμός και σημασία του "exportation"στα γαλλικά

01

εξαγωγή, αποστολή στο εξωτερικό

action d'envoyer des biens ou produits d'un pays vers un autre 
l'exportation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'exportation de voitures augmente chaque année. 

Η εξαγωγή αυτοκινήτων αυξάνεται κάθε χρόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store