Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exorbitant
01
υπερβολικός, ακριβός
dont le prix ou le coût est extrêmement élevé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus exorbitant
συγκριτικός βαθμός
plus exorbitant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exorbitant
αρσενικό πληθυντικό
exorbitants
θηλυκό ενικό
exorbitante
θηλυκό πληθυντικό
exorbitantes
Παραδείγματα
Payer cette somme serait exorbitant pour une famille moyenne.
Η πληρωμή αυτού του ποσού θα ήταν υπερβολική για μια μέση οικογένεια.
Λεξικό Δέντρο
exorbitant
exorbit



























