Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estropier
01
ακρωτηριάζω, παραμορφώνω
rendre une personne ou un animal invalide ou mutilé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
estropie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
estropions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
estropierai
παθητική μετοχή
estropié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
estropiions
Παραδείγματα
La chute a estropié l'ouvrier pour la vie.
Η πτώση ακρωτηρίασε τον εργάτη για πάντα.
02
ακρωτηριάζω, χαλώ
modifier ou altérer quelque chose de façon incorrecte ou défectueuse
Παραδείγματα
Il a estropié le texte original en le réécrivant.
Παραμόρφωσε το αρχικό κείμενο ξαναγράφοντας το.



























