Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estomper
01
ξεθωριάζω, μαλακώνω
adoucir ou fondre les contours d'un maquillage ou d'un dessin pour un effet uniforme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
estompe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
estompons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
estomperai
παθητική μετοχή
estompé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
estompions
Παραδείγματα
Il est important d' estomper les ombres pour un effet harmonieux.
Είναι σημαντικό να απαλύνεις τις σκιές για ένα αρμονικό αποτέλεσμα.



























