estomper
Pronunciation
/ɛstɔ̃pˈe/

Ορισμός και σημασία του "estomper"στα γαλλικά

estomper
01

ξεθωριάζω, μαλακώνω

adoucir ou fondre les contours d'un maquillage ou d'un dessin pour un effet uniforme
estomper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
estompe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
estompons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
estomperai
παθητική μετοχή
estompé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
estompions
Παραδείγματα
Il est important d' estomper les ombres pour un effet harmonieux.
Είναι σημαντικό να απαλύνεις τις σκιές για ένα αρμονικό αποτέλεσμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store