l'estomac
es
ɛs
es
to
taw
mac
mak
mak

Ορισμός και σημασία του "estomac"στα γαλλικά

01

στομάχι, κοιλιά

organe qui reçoit les aliments et commence leur digestion 
l'estomac definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estomacs
Παραδείγματα
J'ai mal à l'estomac. 

Πονάει το στομάχι μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store