Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'espace
01
χώρος, θέση
lieu ou surface disponible pour une activité ou un usage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
espaces
Παραδείγματα
Il n'y a pas assez d'espace pour une autre table.
Δεν υπάρχει αρκετός χώρος για άλλο τραπέζι.



























