escroquer
esc
ɛsk
εσκ
ro
ʁɔ
ρο
quer
ke
κε

Ορισμός και σημασία του "escroquer"στα γαλλικά

escroquer
01

απατώ, εξαπατώ

tromper quelqu'un pour obtenir de l'argent ou un avantage par la fraude 
escroquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
escroque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
escroquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
escroquerai
ενεστώτα μετοχή
escroquant
παθητική μετοχή
escroqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
escroquions
Παραδείγματα
Il a escroqué ses clients en vendant de faux produits. 

Εξαπάτησε τους πελάτες του πουλώντας ψεύτικα προϊόντα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store