Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escroquer
01
απατώ, εξαπατώ
tromper quelqu'un pour obtenir de l'argent ou un avantage par la fraude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
escroque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
escroquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
escroquerai
ενεστώτα μετοχή
escroquant
παθητική μετοχή
escroqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
escroquions
Παραδείγματα
Il a escroqué de l' argent à ses amis en prétendant investir pour eux.
Εξαπάτησε χρήματα από τους φίλους του προσποιούμενος ότι επενδύει γι' αυτούς.



























