Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entrechoquer
01
faire se heurter deux ou plusieurs objets l'un contre l'autre , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Les verres se sont entrechoqués pendant le toast.



























