l'entraîneur
entraîneur
ɑ̃tʁɛnœʁ
aatrenoer

Ορισμός και σημασία του "entraîneur"στα γαλλικά

01

προπονητής, εκπαιδευτής

personne qui guide et forme des sportifs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
entraîneurs
αρσενικό ενικό
entraîneur
θηλυκό ενικό
entraîneuse
neutral form
coach
Παραδείγματα
L'entraîneur a fixé un programme intense pour l'équipe. 

Ο προπονητής θέσπισε ένα εντατικό πρόγραμμα για την ομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store