Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enflammer
01
ανάβω, ενθουσιάζω
remplir quelqu'un d'enthousiasme, d'émotion ou de passion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enflamme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enflammons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enflammerai
ενεστώτα μετοχή
enflammant
παθητική μετοχή
enflammé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enflammions
Παραδείγματα
Le film a enflammé les passions du public.
Η ταινία άναψε τα πάθη του κοινού.



























