enflammer
enflammer
ɑ̃flame
aaflame

Ορισμός και σημασία του "enflammer"στα γαλλικά

enflammer
01

ανάβω, ενθουσιάζω

remplir quelqu'un d'enthousiasme, d'émotion ou de passion 
enflammer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enflamme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enflammons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enflammerai
ενεστώτα μετοχή
enflammant
παθητική μετοχή
enflammé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enflammions
Παραδείγματα
Son discours a enflammé la foule. 

Η ομιλία του έπιασε φωτιά στο πλήθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store