Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'empêchement
01
chose qui empêche de faire quelque chose, obstacle
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Un empêchement technique a retardé le projet.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chose qui empêche de faire quelque chose, obstacle