emporté
emporté
ɑ̃pɔʁte
aapawrte
empoté

Ορισμός και σημασία του "emporté"στα γαλλικά

01

ευέξαπτος, οξύθυμος

qui se met facilement en colère, qui réagit avec vivacité 
emporté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus emporté
συγκριτικός βαθμός
plus emporté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
emporté
αρσενικό πληθυντικό
emportés
θηλυκό ενικό
emportée
θηλυκό πληθυντικό
emportées
Παραδείγματα
C'est un enfant intelligent mais trop emporté. 

Είναι ένα έξυπνο παιδί αλλά πολύ ευέξαπτο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store