Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emporté
01
ευέξαπτος, οξύθυμος
qui se met facilement en colère, qui réagit avec vivacité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus emporté
συγκριτικός βαθμός
plus emporté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
emporté
αρσενικό πληθυντικό
emportés
θηλυκό ενικό
emportée
θηλυκό πληθυντικό
emportées
Παραδείγματα
C'est un enfant intelligent mais trop emporté.
Είναι ένα έξυπνο παιδί αλλά πολύ ευέξαπτο.



























