l'embouteillage
embouteillage
ɑ̃butɛjaʒ
aabooteyazh
embouteillages

Ορισμός και σημασία του "embouteillage"στα γαλλικά

L'embouteillage
01

κυκλοφοριακή συμφόρηση, κομφοριακή συμφόρηση

accumulation de véhicules qui provoque un ralentissement ou un arrêt de la circulation 
l'embouteillage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
embouteillages
Παραδείγματα
Il y a un embouteillage sur l'autoroute ce matin. 

Υπάρχει κυκλοφοριακή συμφόρηση στον αυτοκινητόδρομο σήμερα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store