l'efficacité
e
e
e
ffi
fi
fi
ca
ka
ka
cité
site
site

Ορισμός και σημασία του "efficacité"στα γαλλικά

01

αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα

capacité à produire le résultat attendu de manière rapide et correcte 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'efficacité de cette méthode est prouvée. 

Η αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου αποδεικνύεται.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store