Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'efficacité
01
αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα
capacité à produire le résultat attendu de manière rapide et correcte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'efficacité de cette méthode est prouvée.
Η αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου αποδεικνύεται.
LanGeek



























