l'eczéma
Pronunciation
/ɛkzemˈa/

Ορισμός και σημασία του "eczéma"στα γαλλικά

L'eczéma
[gender: masculine]
01

έκζεμα, ατοπική δερματίτιδα

inflammation de la peau provoquant rougeurs, démangeaisons et irritation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' eczéma apparaît souvent sur les mains ou le visage.
Το έκζεμα εμφανίζεται συχνά στα χέρια ή το πρόσωπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store