Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ecchymose
[gender: feminine]
01
μώλωπας, εκχύμωση
tache bleue ou violacée sur la peau causée par un traumatisme ou un coup
Παραδείγματα
Une ecchymose peut être douloureuse au toucher.
Ένας μώλωπας μπορεί να είναι επώδυνος στο άγγιγμα.



























