Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détromper
01
faire cesser une erreur ou une fausse croyance , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Je dois te détromper : ce n'est pas lui qui a écrit ce texte.



























