le désordre
dé
de
ντε
sordre
zɔʁdʁ
ζορντρ
démordredétordre

Ορισμός και σημασία του "désordre"στα γαλλικά

01

αταξία, χάος

état de confusion ou de manque d'organisation 
le désordre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Sa chambre est toujours en plein désordre. 

Το δωμάτιό του είναι πάντα σε πλήρη αταξία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store