Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le désordre
01
αταξία, χάος
état de confusion ou de manque d'organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Sa chambre est toujours en plein désordre.
Το δωμάτιό του είναι πάντα σε πλήρη αταξία.



























