désoler
Pronunciation
/dezɔle/

Ορισμός και σημασία του "désoler"στα γαλλικά

désoler
01

λυπώ, θλίβω

causer de la tristesse ou de la peine à quelqu'un
désoler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désolé
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désolerai
ενεστώτα μετοχή
désolant
παθητική μετοχή
désolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désolions
Παραδείγματα
Cette histoire désolé beaucoup de gens.
Αυτή η ιστορία λυπεί πολλούς ανθρώπους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store