soler
de
de
so
zaw
ler
le
le
désolé

Ορισμός και σημασία του "désoler"στα γαλλικά

désoler
01

λυπώ, θλίβω

causer de la tristesse ou de la peine à quelqu' un 
désoler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désolé
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désolerai
ενεστώτα μετοχή
désolant
παθητική μετοχή
désolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désolions
Παραδείγματα
La nouvelle l'a désolé profondément. 

Τα νέα τον λυπήσαν βαθιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store