Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désoler
01
λυπώ, θλίβω
causer de la tristesse ou de la peine à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désolé
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désolerai
ενεστώτα μετοχή
désolant
παθητική μετοχή
désolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désolions
Παραδείγματα
Cette histoire désolé beaucoup de gens.
Αυτή η ιστορία λυπεί πολλούς ανθρώπους.



























