Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désinfecter
01
απολυμαίνω, στειρώνω
nettoyer une plaie ou une surface pour tuer les microbes et éviter l'infection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désinfecte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désinfectons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désinfecterai
ενεστώτα μετοχή
désinfectant
παθητική μετοχή
déinfecté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désinfections
Παραδείγματα
Il faut désinfecter la coupure avant de mettre un pansement.
Πρέπει να απολυμάνετε το κόψιμο πριν βάλετε επίδεσμο.
02
επισκευάζω, διορθώνω
remettre quelque chose en bon état ou corriger un problème
Παραδείγματα
Ils ont désinfecté le système pour qu'il fonctionne mieux.
Απολύμανσαν το σύστημα για να λειτουργεί καλύτερα.



























