Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désherber
01
ξεχορταριάζω, αφαιρώ τα ζιζάνια
enlever les mauvaises herbes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désherbe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désherbons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désherberai
ενεστώτα μετοχή
désherbant
παθητική μετοχή
désherbé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désherbions
Παραδείγματα
Je dois désherber mon jardin ce week-end.
Πρέπει να ξεχορταριάσω τον κήπο μου αυτό το σαββατοκύριακο.



























