Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désherber
01
ξεχορταριάζω, αφαιρώ τα ζιζάνια
enlever les mauvaises herbes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désherbe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désherbons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désherberai
ενεστώτα μετοχή
désherbant
παθητική μετοχή
désherbé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désherbions
Παραδείγματα
Il est plus facile de désherber après la pluie.
Είναι πιο εύκολο να ξεχορταριάσεις μετά τη βροχή.



























