désespérer
Pronunciation
/dezɛspeʀe/

Ορισμός και σημασία του "désespérer"στα γαλλικά

désespérer
01

απελπίζομαι, χάνω την ελπίδα

perdre tout espoir ou se sentir sans solution
désespérer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désespère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désespérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désespérerai
ενεστώτα μετοχή
désespérant
παθητική μετοχή
désespéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désespérions
Παραδείγματα
Même dans la détresse, elle refuse de désespérer.
Ακόμα και στη δυστυχία, αρνείται να απελπιστεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store