Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dépression
01
κατάθλιψη, καταθλιπτική διαταραχή
trouble psychologique caractérisé par une tristesse profonde et persistante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle souffre de dépression depuis plusieurs mois.
Υποφέρει από κατάθλιψη εδώ και αρκετούς μήνες.
02
κοίλωμα, βαθούλωμα
creux ou zone affaissée dans une surface
Παραδείγματα
La dépression sur le sol retient l'eau de pluie.
Η κοιλότητα στο έδαφος συγκρατεί το νερό της βροχής.
03
κατάθλιψη, χαμηλή πίεση
zone atmosphérique où la pression est plus basse que celle des environs, souvent associée à des intempéries
Παραδείγματα
Une dépression approche et apporte de la pluie.
Μια καταθλιπτική περιοχή πλησιάζει και φέρνει βροχή.
04
οικονομική ύφεση, οικονομική κρίση
période de ralentissement économique important et prolongé
Παραδείγματα
La dépression a entraîné une hausse du chômage.
Η ύφεση οδήγησε σε αύξηση της ανεργίας.



























