Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dépoussiérer
01
αποσκονίζω, καθαρίζω
retirer la poussière des surfaces ou des objets afin de les nettoyer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dépoussière
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dépoussiérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dépoussiérerai
ενεστώτα μετοχή
dépoussiérant
παθητική μετοχή
dépoussiéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dépoussiérions
Παραδείγματα
Elle dépoussière les étagères chaque semaine.
Αποσκονίζει τα ράφια κάθε εβδομάδα.
02
ανανεώνω, ενημερώνω
rendre quelque chose plus frais, moderne ou attrayant, en lui donnant une nouvelle apparence ou en le mettant à jour
Παραδείγματα
Ils ont dépoussiéré la décoration du salon pour le rendre plus moderne.
Ανανέωσαν τη διακόσμηση του καθιστικού για να την κάνουν πιο μοντέρνα.



























