Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le déplacement
[gender: masculine]
01
μετατόπιση, κίνηση
action de changer de place ou de lieu
Παραδείγματα
Le déplacement rapide des populations pose des défis.
Η γρήγορη μετακίνηση των πληθυσμών θέτει προκλήσεις.



























