Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le déplacement
01
μετατόπιση, κίνηση
action de changer de place ou de lieu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déplacements
Παραδείγματα
Le déplacement des meubles a pris toute la journée.
Η μετακίνηση των επίπλων πήρε όλη την ημέρα.



























