le déplacement
Pronunciation
/deplasmɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "déplacement"στα γαλλικά

Le déplacement
[gender: masculine]
01

μετατόπιση, κίνηση

action de changer de place ou de lieu
le déplacement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déplacements
Παραδείγματα
Le déplacement rapide des populations pose des défis.
Η γρήγορη μετακίνηση των πληθυσμών θέτει προκλήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store