Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le démon
01
δαίμονας, διάβολος
être surnaturel associé au mal, aux ténèbres ou à la tentation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
démons
Παραδείγματα
Un démon apparaît dans la grotte pour effrayer les voyageurs.
Ένας δαίμονας εμφανίζεται στη σπηλιά για να τρομάξει τους ταξιδιώτες.
02
- , -



























