le démon
Pronunciation
/demɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "démon"στα γαλλικά

Le démon
[gender: masculine]
01

δαίμονας, διάβολος

être surnaturel associé au mal, aux ténèbres ou à la tentation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
démons
Παραδείγματα
La prêtresse réussit à chasser le démon.
Η ιέρεια καταφέρνει να διώξει τον δαίμονα.
02

آدم شیطان‌صفت, آدم شرور

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store