Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le démon
[gender: masculine]
01
δαίμονας, διάβολος
être surnaturel associé au mal, aux ténèbres ou à la tentation
Παραδείγματα
La prêtresse réussit à chasser le démon.
Η ιέρεια καταφέρνει να διώξει τον δαίμονα.
02
آدم شیطانصفت, آدم شرور



























