Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
démolir
01
κατεδαφίζω, καταστρέφω
détruire ou abattre un bâtiment, une construction ou une structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
démolis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
démolissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
démolirai
ενεστώτα μετοχή
démolissant
παθητική μετοχή
démoli
α΄ πληθυντικό παρατατικού
démolissions
Παραδείγματα
Ils ont démoli l' usine abandonnée hier.
Κατέστρεψαν την εγκαταλελειμμένη εργοστασία χθες.
02
critiquer ou réfuter quelque chose au point de le rendre invalide ou sans valeur
Παραδείγματα
Ils ont démoli toutes les théories précédentes avec de nouvelles preuves.



























