Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
démissionner
01
παραιτούμαι, αποχωρώ
quitter volontairement un poste ou une fonction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
démissionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
démissionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
démissionnerai
ενεστώτα μετοχή
démissionnant
παθητική μετοχή
démissionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
démissionnions
Παραδείγματα
Les employés peuvent démissionner en respectant le préavis.
Οι εργαζόμενοι μπορούν να παραιτηθούν σεβόμενοι την προειδοποιητική περίοδο.



























