Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
délabré
01
κατεστραμμένος, παραμελημένος
qui montre des signes de fatigue, de négligence ou de dégradation physique ou morale, notamment une personne ou une organisation
Παραδείγματα
Il avait l'air délabré après une longue maladie.
Φαινόταν καταπονημένος μετά από μια μακρά ασθένεια.
02
ετοιμόρροπος, κατεστραμμένος
qui est détérioré, en ruine ou très abîmé, notamment un bâtiment, un objet ou un équipement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus délabré
συγκριτικός βαθμός
plus délabré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
délabré
αρσενικό πληθυντικό
délabrés
θηλυκό ενικό
délabrée
θηλυκό πληθυντικό
délabrées
Παραδείγματα
La maison est délabrée après des années sans entretien.
Το σπίτι είναι εξαθλιωμένο μετά από χρόνια χωρίς συντήρηση.



























