Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déjeuner
01
τρωγώ το μεσημεριανό γεύμα, γευματίζω
manger le repas du milieu de la journée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déjeune
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déjeunons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déjeunerai
ενεστώτα μετοχή
déjeunant
παθητική μετοχή
déjeuné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déjeunions
Παραδείγματα
Nous déjeunons toujours à midi.
Μεσημεριαζουμε πάντα το μεσημέρι.
Le déjeuner
01
μεσημεριανό γεύμα, γεύμα
repas pris vers le milieu de la journée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déjeuners
Παραδείγματα
Le déjeuner est servi à 13 heures.



























