décrocher
déc
dek
dek
ro
ʁɔ
raw
cher
ʃe
she
décocherdécroiserdécrotterdécoucher

Ορισμός και σημασία του "décrocher"στα γαλλικά

décrocher
01

σηκώνω το ακουστικό, απαντώ στο τηλέφωνο

prendre le combiné du téléphone pour répondre à un appel 
décrocher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décroche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décrochons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décrocherai
ενεστώτα μετοχή
décrochant
παθητική μετοχή
décroché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décrochions
Παραδείγματα
Elle a décroché rapidement quand le téléphone a sonné. 

Σήκωσε γρήγορα όταν χτύπησε το τηλέφωνο.

02

αποκτώ, κερδίζω

obtenir ou réussir à avoir quelque chose, souvent après un effort 
décrocher definition and meaning
Παραδείγματα
Il a décroché un emploi important dans cette entreprise. 

Αυτός απέκτησε μια σημαντική δουλειά σε αυτή την εταιρεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store