la découverte
Pronunciation
/dekuvɛʀt/

Ορισμός και σημασία του "découverte"στα γαλλικά

La découverte
[gender: feminine]
01

ανακάλυψη, εύρεση

action de trouver ou de révéler quelque chose d'inconnu ou d'inattendu
la découverte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
découvertes
Παραδείγματα
La découverte de la peinture rupestre date de plusieurs siècles.
Η ανακάλυψη της σπηλαιογραφίας χρονολογείται από πολλούς αιώνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store