décourager
Pronunciation
/dekuʀaʒe/

Ορισμός και σημασία του "décourager"στα γαλλικά

décourager
01

αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω

perdre la motivation ou l'envie de continuer un effort
décourager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
décourage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décourageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
découragerai
ενεστώτα μετοχή
décourageant
παθητική μετοχή
découragé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
découragions
Παραδείγματα
Ils se sont découragés à cause du manque de résultats.
Αποθαρρύνθηκαν λόγω της έλλειψης αποτελεσμάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store