le décolleté
dé
de
de
co
kɔ
kaw
lleté
lte
lte
récolter

Ορισμός και σημασία του "décolleté"στα γαλλικά

Le décolleté
01

ντεκολτέ, κοψίμο

partie d'un vêtement qui laisse apparaître le haut de la poitrine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
décolletés
Παραδείγματα
Elle portait une robe avec un décolleté élégant. 

Φορούσε ένα φόρεμα με ένα κομψό ντεκολτέ.

02

ντεκολτέ, αποκοπή

espace visible entre les seins lorsque le vêtement est échancré 
Παραδείγματα
Le décolleté est accentué par la posture. 

Το ντεκολτέ τονίζεται από τη στάση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store