Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La déchetterie
01
κέντρο ανακύκλωσης, χώρος συλλογής απορριμμάτων
lieu aménagé où le public peut déposer ses déchets encombrants ou recyclables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
déchetteries
Παραδείγματα
Je dois apporter mes vieux meubles à la déchetterie ce weekend.



























