boutonner
de
de
bou
bu
boo
to
taw
nner
ne
ne
déboulonner

Ορισμός και σημασία του "déboutonner"στα γαλλικά

déboutonner
01

ξεκολλώ τα κουμπιά, ανοίγω τα κουμπιά

ouvrir ou détacher les boutons d'un vêtement ou d'un objet 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déboutonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déboutonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déboutonnerai
παθητική μετοχή
déboutonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déboutonnions
Παραδείγματα
Elle a déboutonné sa chemise après le travail. 

Ξεκούμπωσε το πουκάμισό της μετά τη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store