Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déambuler
01
circuler sans but précis en regardant autour de soi, -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Nous avons déambulé parmi les expositions.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
circuler sans but précis en regardant autour de soi, -