la droite
droite
dʁt
ντρτ
régatepiratestrateagate

Ορισμός και σημασία του "droite"στα γαλλικά

01

δεξιά, δεξιά πλευρά

le côté opposé à la gauche dans l'espace (orientation) 
la droite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La droite de cette image est floue. 

Η δεξιά πλευρά αυτής της εικόνας είναι θολή.

01

δεξιός, συντηρητικός

qui appartient ou se rapporte aux courants politiques conservateurs ou libéraux (opposé à la gauche) 
droite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
droit
αρσενικό πληθυντικό
droits
θηλυκό ενικό
droite
θηλυκό πληθυντικό
droites
θεματικό πεδίο
politique, idéologie
Παραδείγματα
Ce parti droite a gagné les élections. 

Αυτό το δεξιό κόμμα κέρδισε τις εκλογές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store