le dressing
dre
dʁɛ
dre
ssing
sɪng
sing
dressing-room

Ορισμός και σημασία του "dressing"στα γαλλικά

01

ντρεσαρισμένο, εντοιχισμένη ντουλάπα

espace aménagé pour organiser, ranger et choisir ses vêtements 
le dressing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dressings
Παραδείγματα
Elle a un grand dressing à côté de sa chambre. 

Έχει ένα μεγάλο ντρεσάκι δίπλα στο υπνοδωμάτιό της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dressing
dress
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store