Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
draguer
01
φλερτάρω, ερωτοτροπώ
chercher à séduire ou à attirer quelqu'un, souvent pour des relations amoureuses
Παραδείγματα
Elle sait comment draguer sans être trop évidente.
Ξέρει πώς να φλερτάρει χωρίς να είναι πολύ εμφανής.
02
βυθοκορώ, ανακτώ από το νερό
retirer ou extraire quelque chose de l'eau, souvent avec un filet ou une drague
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
drague
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
draguons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
draguerai
ενεστώτα μετοχή
draguant
παθητική μετοχή
dragué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
draguions
Παραδείγματα
Ils draguent les eaux pour trouver des trésors enfouis.
Σαρώνουν τα νερά για να βρουν θαμμένα θησαυρούς.



























