le donneur
do
dɔ
daw
nneur
nœʁ
noer
donner

Ορισμός και σημασία του "donneur"στα γαλλικά

01

δωρητής, δότης

personne  qui offre quelque chose, souvent du sang, un organe ou un tissu, à autrui 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
donneurs
αρσενικό ενικό
donneur
θηλυκό ενικό
donneuse
neutral form
donateur
Παραδείγματα
Le donneur de sang a sauvé plusieurs vies. 

Ο δότης αίματος έσωσε πολλές ζωές.

02

πληροφοριοδότης, καταδότης

personne qui fournit des informations, parfois secrètes, à une autre personne ou à une autorité 
Παραδείγματα
Le donneur a signalé les activités suspectes à la police. 

Ο πληροφοριοδότης αναφέρει τις ύποπτες δραστηριότητες στην αστυνομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store