Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le domaine
01
πεδίο, τομέας
domaine d'expertise, de connaissance ou de travail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
domaines
Παραδείγματα
La biologie est son domaine de prédilection.
Η βιολογία είναι ο αγαπημένος του τομέας.
02
βιότοπος, φυσική περιοχή
territoire ou zone naturelle où vit une espèce
Παραδείγματα
Le domaine de cette espèce de papillon est limité aux forêts tropicales.
Η περιοχή αυτού του είδους πεταλούδας περιορίζεται στα τροπικά δάση.
03
κτήμα, περιουσία
espace ou terrain appartenant à quelqu'un, souvent rural ou privé
Παραδείγματα
Le château est entouré d'un vaste domaine.
Το κάστρο περιβάλλεται από έναν εκτεταμένο κτήμα.
04
sphère d'activité, d'influence ou d'existence, au sens figuré
Παραδείγματα
Le domaine de l'imagination est infini.



























