le doigt
doigt
dwa
dva
cobrasmalaOmahadroit

Ορισμός και σημασία του "doigt"στα γαλλικά

01

δάχτυλο, ψηφίο

partie fine et longue de la main utilisée pour toucher et saisir 
le doigt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
doigts
Παραδείγματα
Il s'est coupé un doigt en cuisinant. 

Κόπηκε ένα δάχτυλο ενώ μαγείρευε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store