Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le doigt
01
δάχτυλο, ψηφίο
partie fine et longue de la main utilisée pour toucher et saisir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
doigts
Παραδείγματα
Ne mets pas ton doigt dans la prise !
Μην βάζεις το δάχτυλο στην πρίζα!



























