Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dix-septième
01
δέκατος έβδομος, δέκατος έβδομος στη σειρά
qui vient après le seizième dans l'ordre ou dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dix-septième
αρσενικό πληθυντικό
dix-septièmes
θηλυκό ενικό
dix-septième
θηλυκό πληθυντικό
dix-septièmes
Παραδείγματα
Mon dix-septième anniversaire était très joyeux.
Το δέκατο έβδομο γενέθλιό μου ήταν πολύ χαρούμενο.



























